ὑπέρασθμος

ὑπέρασθμος
ὑπέρ-ασθμος, übermäßig keuchend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ὑπέρασθμος — panting exceedingly masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπέρασθμος — ον, Α πολύ λαχανιασμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ἄσθμα] …   Dictionary of Greek

  • ὑπέρασθμον — ὑπέρασθμος panting exceedingly masc/fem acc sg ὑπέρασθμος panting exceedingly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπέρασθμοι — ὑπέρασθμος panting exceedingly masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερπνιγής — ές, Α πολύ λαχανιασμένος, ὑπέρασθμος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + πνιγής (< πνίγω), πρβλ. περι πνιγής] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”